Η Λιλή Ζωγράφου αυτοπροσώπως
Γράφει ο Γιώργος Χρονάς
(Περιοδικό Οδός Πανός)
Την είδα στη συναυλία της Ντιαμάντας Γκαλά, στο Λυκαβηττό, και στο Ηρώδειο, στο δρόμο και στην όπερα. Το ίδιο εξαίσια σ’ όλες μας τις συναντήσεις. Όταν η πόλη αυτή κοιμότανε το άγρυπνο βήμα της τη διέσχιζε παρατηρώντας, συμμετέχοντας σ’ όλες τις αναπνοές της. Την παρακολουθούσα ν’ αλλάζει σπίτια - όλα εδώ ένα-γύρω, στο κέντρο. Να διανέμει τα βιβλία της, με δικά της έξοδα, την εποχή της χούντας. Αργότερα να τους κάνει εκδότες, και μόνο ότι τους έδινε τους τίτλους των έργων της.
Ήταν 1989, ξεκίναγα την “Χάρτινη εξέδρα” στο Πρώτο Πρόγραμμα του ραδιοφώνου. Οι δυο συνομιλίες, που παρουσιάζονται εδώ έγιναν γι’ αυτή την εκπομπή. Στην πρώτη ήρθε στην Αγία Παρασκευή, στη δεύτερη ήταν στην άλλη γραμμή του τηλεφώνου, το 1990.
Τον Μάρτιο του 1997 μου μίλησε για το περιοδικό “Best Seller” της Θεσσαλονίκης - τεύχος 10.
Η Λιλή Ζωγράφου ήταν φίλη και συνεργάτις αυτού του περιοδικού. Συχνά, μούλεγε, με κάνεις και κλαίω με τις ειδήσεις - φόνων ή αυτοκτονιών, που βάζεις στις σελίδες σου… Στα τεύχη Νο 14,15,16,36,44,57 θα βρείτε συνεργασίες της.
-Κυρία Ζωγράφου σας καλωσορίζω εδώ στην Ε.Ρ.Τ., στην Αγία Παρασκευή, στην “Χάρτινη εξέδρα”, και σας ευχαριστώ που ήρθατε.
-Ευχαριστώ πολύ. Καλησπέρα σας.
-Πόσον καιρό έχετε να περάσετε την πόρτα της Αγίας Παρασκευής εδώ στην Ε.Ρ.Τ.;
-Νομίζω, ότι δεν την έχω περάσει ποτέ.
-Άρα είναι διπλή η τιμή για μας. Πως σας φαίνεται το στούντιο, μιλάμε απευθείας, ζωντανά.
-Εγώ μπροστά στα μηχανήματα τα χάνω, πάντα. Είμαι τελείως αντιμηχανική, δηλαδή, έξω από αυτή την εποχή.
-Γεννηθήκατε στην Κρήτη;
-Γεννήθηκα στην Κρήτη, στο Ηράκλειο.
-Οι γονείς σας ήταν Κρητικοί;
-Κρητικότατοι!
-Τους θυμόσαστε; Τα ονόματά τους;
-Ο πατέρας μου ήτανε ο Αντρέας Ζωγράφος και η μητέρα μου ήταν η Ειρήνη.
-Τι επαγγέλλοντο;
-Ο πατέρας μου ήταν δημοσιογράφος και πολιτικό πρόσωπο.
-Σας επηρέασε προφανώς.
-Τρομακτικά. Ήταν ένας αγωνιστής της δημοκρατίας. Αναπτύχθηκε και εδραιώθηκε ως μεγάλος υποστηρικτής σαν δημοσιογράφος, δηλαδή ιδιοκτήτης εφημερίδας…
-Ποιο το όνομα της εφημερίδας που έβγαζε;
-“Ανόρθωση” ήταν το όνομα.
-Στο Ηράκλειο της Κρήτης;
-Στο Ηράκλειο της Κρήτης. Υποστήριξε τον Ελευθέριο Βενιζέλο, με τον οποίο είχε προσωπικές σχέσεις. Ερχότανε και στο σπίτι μας, και έτσι μεγαλώσαμε με πάρα πολύ φιλελεύθερες ιδέες.
-Είχατε κι άλλα αδέλφια;
-Βέβαια. Πολλά.
-Τα ονόματά τους;
-Η Ιωάννα, η Έλσα και εγώ είμαστε ζωντανές. Γιατί είχαμε κι άλλα δυο-τρία κορίτσια που χαθήκανε.
-Σε μικρή ηλικία;
-Ναι.
-Από αρρώστιες της εποχής;
-Όχι, έτσι παιδάκια, κάτι τέτοια, διάφορα.
-Το όνομα της μητέρας σας;
-Ειρήνη-Ευγενία.
-Από το Ηράκλειο της Κρήτης;
-Ναι.
-Ποια περιοχή στο Ηράκλειο της Κρήτης;
-Ξέρετε την Κρήνη του Μουροζίνη;
-Περίπου.
-Εκεί παρά κάτω είναι μία πλατεία με κήπο μεγάλο και είναι και ένα μεγάλο ξενοδοχείο του Θεοτοκόπουλου, εκεί ήταν το σπίτι μας το πατρικό. Ήταν ο Ο.Τ.Ε., ο σημερινός Ο.Τ.Ε.
-Κυρία Ζωγράφου, σαράντα χρόνια στα ελληνικά γράμματα, και το πρώτο βιβλίο που είχε τον τίτλο “Αγάπη” και είναι νουβέλες είναι εξαντλημένο. Τι είναι λοιπόν το εξαντλημένο αυτό βιβλίο, τι περιείχε, τι νουβέλες ήτανε, και πόσω χρονών ήσασταν όταν βγήκε;
-Ήμουνα περίπου 27 χρονών όταν το έβγαλα.
-Στο Ηράκλειο της Κρήτης;
-Όχι, όχι. Με τον πόλεμο βρεθήκαμε στην Αθήνα.
-Οικογενειακώς;
-Εξορισμένοι όλοι, φυλακισμένοι, τέτοια διάφορα, μας έχουν συμβεί. Ήμουν πωλήτρια σε μία μπουτίκ, ίσως την πρώτη μπουτίκ της Αθήνας. Σε μία μπουτίκ του Γεωργαντά, αρωμάτων.
-Σε ποια περιοχή;
-Στην οδό Βουλής. Και καθισμένη στο ταμείο, ήμουνα και ταμίας επειδή ήμουνα οικογενειακή φίλη και μου είχαν εμπιστοσύνη, έγραφα στα γόνατά μου αυτό το βιβλίο.
-Πόσες νουβέλες είναι;
-Είναι τρεις μεγάλες νουβέλες.
-Με τίτλους;
-Α, δεν τους θυμάμαι.
-Είναι πόσον καιρό εξαντλημένο;
-Πάρα πολλά χρόνια.
-Θα το εκδώσετε;
-Όχι, δεν έχω τέτοιο σκοπό.
-Το θεωρείτε πρωτόλειο;
-Ναι, βέβαια είναι πρωτόλειο.
-Τι περιεχόμενο μέσα, σε σχέση με τον τίτλο;
-Τότε ήταν πολύ επαναστατικό. Ήταν η σχέση των παιδιών με τους γονείς τους. Και δεν ήταν οι ευτυχισμένες σχέσεις των παιδιών με τους γονείς.
-Συνέβη κάτι τέτοιο στο σπίτι σας;
-Ναι. Ήταν πολύ σκληρά τα χρόνια. Του μεσοπολέμου τα χρόνια ήταν πάρα πολύ σκληρά, ήταν πάρα πολύ αυταρχικά, ήταν πάρα πολύ απάνθρωπα, αν το θέλετε.
-Σε ποια περιοχή της Αθήνας μένατε τότε, όταν ήρθατε;
-Α, έμενα σε μια τρώγλη στην Πλάκα.
-Μόνη σας;
-Με το μωρό μου, την κόρη που έχω και με έναν υπηρέτη του σπιτιού που δεν είχε που να πάει και κάπου με ανακάλυψε και ήρθε κοντά μου. Έναν υπηρέτη της μάνας μου, δηλαδή. Αυτός μου μεγάλωσε και την κόρη μου.
-Πως ήτανε ο Αθήνα τότε; Και σεις πως ήσασταν τότε μαζί με την Αθήνα; Γιατί λένε όλοι ότι ήτανε ωραία η Αθήνα τότε;
-Ήτανε. Ήτανε πανέμορφη, ήτανε οικεία. Δεν ήτανε αυτό το σημερινό που μπορεί να περπατάς με τις ώρες στους δρόμους και να μην βρεις έναν άνθρωπο να τον χαιρετήσεις.
-Σας τρομάζει αυτό;
-Πάρα πολύ, τρομαχτικά. Πότε δεν αισθάνομαι μόνη στο σπίτι που ζω, τόσο μόνη όσο αισθάνομαι στους δρόμους. Στους δρόμους αισθάνομαι ότι είμαι ένα παράταιρο γεγονός, ένα παράταιρο κύτταρο που κυκλοφορεί έτσι.
-Κι αν αυτό το αισθάνεστε στην Αθήνα, θα μπορούσατε να ζήσετε στην Ρώμη, στο Παρίσι, στην Νέα Υόρκη, ίσως;
-Κοιτάχτε στο Παρίσι που έχω ζήσει πολύ καιρό, πουθενά δεν αφομοιώθηκα. Η Ελλάδα μου ήταν απαραίτητη. Ενώ ταξίδευα πολύ, ως δημοσιογράφος, πάντα έσπευδα να γυρίσω, και μου έλεγε η κόρη μου, “μάνα η Ελλάδα δεν μετακινείται γιατί βιάζεσαι τόσο να επιστρέψεις κάθε φορά;” Της άρεσε να μένει και μόνη εδώ που τα λέμε, βέβαια, πάντα στα παιδιά τους αρέσει να μένουν χωρίς τους γονείς τους.
-Πότε γίνατε δημοσιογράφος; Πόσο ήσαστε δημοσιογράφος και πόσο συγγραφέας; Πόσο αισθάνεστε αυτούς τους δύο τίτλους μέσα σας; Και πόσο τους φέρετε;
-Δεν ξέρω αν γράψατε εσείς το σχόλιο για τον Μαγιακόφσκυ στην “Πρώτη” ή το ’γραψε η “Πρώτη”, έγραψε ότι σ’ αυτό που ανήγγειλε την συνέντευξή μας, τη σημερινή, έγραφε ότι ο Μαγιακόφσκυ, αυτός ο μεγάλος ποιητής, όταν τον ρωτούσαν τι επάγγελμα κάνει, έλεγε δημοσιογράφος. Πρέπει να σας πω πως εμένα το πάθος μου είναι η δημοσιογραφία και δεν θα συγχωρήσω ποτέ την Ελληνική δημοσιογραφία που δεν με άφησε να φτουρίσω σαν δημοσιογράφος. Ενώ πάντα πετύχαινα, πουθενά μα πουθενά, σε όσα έντυπα εργάστηκα δεν γνώρισα παρά μόνο επιτυχίες, όμως ήταν τα χρόνια τα σκληρά που η δημοσιογραφία ήταν ένα φρούριο αδιαπέραστο και που όταν περνούσε λίγος καιρός κάπως με έδιωχναν, κάπως με απομάκρυναν για να μην αποκτήσω δικαιώματα.
-Σε ποιες εφημερίδες δουλέψατε;
-Δούλεψα, το το 1947-48 με είχαν προσλάβει στον “Αγροτικό κόσμο” του περίφημου κομμουνιστή του Γαβριηλίδη. Βέβαια με χρησιμοποιούσανε για να παίρνω διαφημίσεις, για να κάνουν μικροδουλειές.
-Είχατε γνωστούς, ας πούμε;
-Γνωστούς δεν έιχα.
-Είχατε φήμη.
-Όχι, καμιά φήμη δεν είχα ακόμα. Τίποτα. Ήμουν άγνωστη. Αλλά είχα μπει σ’ αυτά τα κυκλώματα του αριστερού κόσμου.
-Θυμόσαστε εφημερίδες, περιοδικά που δουλέψατε; Εγώ θυμάμαι ένα κείμενο που είχα διαβάσει στην “Γυναίκα” παλιά, για την Βάσω Μεταξά, και μου έχει μείνει στο μυαλό.
-Δούλεψα πολύ στον “Ταχυδρόμο”. Από το ΄60. Είχα μια μεγάλη ευκαιρία, είχα πάει στην Ισπανία στις πρώτες απεργίες που τολμήθηκαν να γίνουν στο Μπούρκος. Είχα γυρίσει την Ισπανία και την Πορτογαλία, τότε, έγραψα ταυτόχρονα, το ΄61, και στην “Ελευθερία”, τα πολιτικά άρθρα και στον “Ταχυδρόμο” τα πιο φολκλόρικα, από το ταξίδι αυτό. Αυτό είχε μια τεράστια επιτυχία που με καθιέρωσαν.
-Ήσασταν ανταποκριτής; Δεν είχατε ποτέ μόνιμη στήλη;
-Όχι. Απλώς πήγα στο ταξίδι και τους το έφερα και το δημοσίευσαν.
-Πως ήταν η Ισπανία τότε, πως την είδατε;
-Ήταν τρομαχτική. Ήταν κάτι αφάνταστο. Να φανταστείτε ότι δεν μου επέτρεψαν πια ούτε αλληλογραφία με ισπανούς ντόπιους που είχα γνωριστεί, διάφορες προσωπικότητες.
-Μείνατε καιρό στην Ισπανία;
-Ναι, κάπου σαράντα μέρες.
-Επισκεφθήκατε όλες τις μεγάλες πόλεις;
-Ναι, και στην Πορτογαλία πήγα πολύ και μάλιστα είχα το θράσος να θέλω να δω τον Σαλαζάρ.
-Τον είδατε;
-Πάντως έφτασα στο μέγαρο που ζούσε, μπήκα μέσα σ’ ένα φοβερό κόκκινο σαλόνι και μου έκαναν μία ανάκριση ωρών για το τι ήθελα και γιατί δεν έχω ούτε μία υπεύθυνη επιστολή των εφημερίδων που εκπροσωπούσα. Αλλά εγώ ήμουνα τελείως σαλταδόρος, δηλαδή δεν είχα αποστολή, εγώ το είχα κινήσει. Μου το είχανε προσφέρει το ταξίδι και το είχα κάνει εγώ για λογαριασμό μου. Μου το είχε προσφέρει κάποιος εφοπλιστής.
-Πως βλέπετε τη δημοσιογραφία στην Ελλάδα σήμερα; Τους δημοσιογράφους.
-Ενώ έχουν περισσότερο μορφωθεί βρίσκω ότι τους λείπει πάλι η καλλιέργεια. Δηλαδή ξέρουν ξένες γλώσσες κ.λπ. δεν γνωρίζουν καλά ιστορία, δηλαδή δεν μπορούνε να ανταποκριθούνε συχνά στις απαιτήσεις της εποχής που είναι φοβερά δύσκολη και μεγάλη η εποχή αυτή που ζούμε.
-Ιστορία του πολιτισμού, των σκανδάλων;
-Γενικώς, δεν είναι μόνο σκάνδαλα, βλέπετε, είναι ο κομμουνισμός που καταρρέει παραδείγματος χάριν.
-Πως σας φαίνεται αυτό, ότι φεύγουν σαν τρελλοί από τις ανατολικές χώρες στη Δύση;
-Το βρίσκω τραγικό και ταυτόχρονα, απελπιστικό, είναι σε γενικότερη, μεγαλύτερη εικόνα, η επανάληψη του δικού μας αντάρτικου και του δικού μας εμφύλιου όταν αυτός ο κόσμος που πίστεψε τόσο πολύ σε εκείνα τα ιδανικά ηττήθηκε και επέστρεφε και παρέδιδε τα όπλα του, και αυτοί τώρα ηττούνται, οι μεγάλοι αυτοί ιδεολόγοι, διότι απέτυχαν στην πρακτική. Η πρακτική πραγματοποίηση είναι αυτή που έχει αυτή την τρομακτική αποτυχία. Ταξίδεψα πολύ στις ανατολικές χώρες ανάμεσα ΄63-΄66…
-Πως σας φάνηκαν;
-Κι αν ζούσα στην Ευρώπη, γιατί στην Ελλάδα δεν έχεις τέτοια περιθώρια, φαντάζομαι ότι θα ήμουνα πολύ πολύ γνωστή δημοσιογράφος. Τότε με έχει στείλει, η κυρία Σαββίδη στον “Ταχυδρόμο”. Μου είχε χρηματοδοτήσει το ταξίδι. Και όταν επέστρεψα της είπα, κυρία Σαββίδου μου είμαι νέα θα εργαστώ και θα σας επιστρέψω τα χρήματά σας διότι εγώ δεν θα γράψω ποτέ για τις χώρες που λέγονται “παραπέτασμα”. Μου λέει “γιατί κυρία Ζωγράφου”, λέω “γιατί αν γράψω την αλήθεια θα βάλω νερό στο μύλο της δεξιάς, αν γράψω ψέματα θα είμαι ψεύτρα όπως όλοι που βρίσκουν τον παράδεισο σε χώρες που κατά χιλιάδες μόνο διαβάζουνε και διαισθάνομαι ότι θα επαναστατήσουν πολύ γρήγορα”. Και μετά τρία χρόνια είχαμε την Τσεχοσλοβακία, αυτό έγινε το ΄65.
-Έχετε μια εντύπωση στην αγορά ότι είστε πολύ σκληρή, αδίστακτη.
-Ναι, το ξέρω. Αδίστακτη, όχι. Αδίστακτοι είναι οι ανήθικοι άνθρωποι. Εγώ, δεν είμαι ανήθικη. Είμαι σκληρή. Διότι είμαι ένας άνθρωπος που αγωνίστηκε σε μία περίοδο που η γυναίκα ήταν απαράδεκτο ον, μιλάμε για τα μεταπολεμικά χρόνια, από το ΄45 και πέρα, που αγωνίστηκε με ένα κουράγιο που ίσως οφείλεται και σε μια αθωότητα, ίσως όμως και σε ένα πείσμα. Κάποτε ρώτησαν τον Σταντάλ, τι νομίζετε ότι εκφράζει το ταλέντο και απάντησε - το πείσμα.
-Πόσο πεισματάρα είσαστε;
-Δεν ήξερα. Ήξερα όμως ότι πέτυχα και σαν δημοσιογράφος και σαν συγγραφέας. Ότι κατά κάποιο τρόπο πέτυχα, είναι ότι διαβάζομαι, διότι αυτό θα πει επιτυχία.
-Τι προβλήματα σας δημιουργούσαν οι εκδότες, οι διευθυντές των εφημερίδων;
-Κοιτάχτε, για εκδότες δεν θα μιλήσουμε διότι άλλη μια φορά έδωσα σε μια εκπομπή, πριν από πάρα πολλά χρόνια μία συνέντευξη και βγήκαν να με κατασπαράξουνε. Λοιπόν να μην μιλήσουμε για εκδότες, σήμερα είμαι πολύ ευτυχισμένη, έχω έναν θαυμάσιο εκδότη, πολύ νέο, έχω πάντα πολύ εμπιστοσύνη στους νέους ανθρώπους.
-Μιλήστε μας για τη συνεργασία σας αυτή.
-Σάμης Γαβριηλίδης, είναι ένας πολύ νέος άνθρωπος, τριάντα πέντε χρόνων, πολύ έντιμος, έχει πολύ σεβασμό για τα πράγματα, για τους άνθρωπους. Καταρχήν είναι μορφωμένος. Διότι ξέρετε τι τραγικό για μας να δουλεύουμε σε ανθρώπους που δεν διαβάζουνε τα βιβλία που εκδίδουνε; που δεν μπορούν να συμμετέχουν στη χαρά μας να επιτύχουμε; Που δεν καταλαβαίνουν γιατί; Τώρα ας προχωρήσουμε παραπάνω, υπάρχουν πάρα πολλά.
-Διαβάζω από το “Επάγγελμα πόρνη” που είναι δικό σας, φυσικά, την προειδοποίηση που έχετε στην αρχή: “Δεν πουλώ ύφος, στυλ, λογοτεχνία, δεν γράφω διηγήματα, καταθέτω γεγονότα και συμπτώματα της ζωής που ζω. Όλα όσα γράφω συνέβησαν σε μένα ή σε άλλους. Χρόνια τώρα σπαταλιέμαι παρακολουθώντας όλα κι όλους. Η ζωή περνά από μέσα μου, με διαποτίζει με την ασκήμια της, με γεμίζει λύσσα με την αδικία της την οργανωμένη, με ταπεινώνει με την ανημποριά μου να αντιδράσω, να επαναστατήσω αποτελεσματικά, να υπερασπιστώ τον μαζικό μας εξευτελισμό. Να ξαναγινόμουν είκοσι χρονών θα ξεκινούσα από τις κορυφές των βουνών, αντάρτης, ληστής, πειρατής. Να ανοίξω τα μάτια εκείνων που δέχονται αδιαμαρτύρητα την μοίρα τους, όσο κι εκείνων που εθελοτυφλούν. Όχι, η επανάστασή μου, δεν θα στρεφόταν εναντίον του κατεστημένου και του συστήματός του, αλλά εναντίον εκείνων που το ανέχονται. Θα σκότωνα, θα τσάκιζα την κακομοιριά, την υποταγή, την ταπεινοφροσύνη. Η γη έτσι κι αλλιώς δεν χωρά άλλους ταπεινούς και καταφρονεμένους, όπως δεν χωρά άλλα φερέφωνα προκάτ επανάστασης”. Είστε κατά της επανάστασης;
-Όχι, κατά των μορφών που έχει πάρει, ή που προσπάθησε να εκδηλωθεί. Ή μάλλον δεν βρήκα να κάνουμε ποτέ μετά το ΄21 καμιά σωστή επανάσταση εκτός από αυτή του Θέρισου, στην Κρήτη. Δεν βρήκα ποτέ να αντιδρούμε επαρκώς. Ο Έλληνας έχει κάποια υποταγή στην μοίρα του. Το βλέπουμε και τώρα και είναι απελπιστικό να νιώθεις πως ο κόσμος έχει χωριστεί, έχει πολωθεί. Αυτό το περίφημο 39% του Πασόκ είναι μια πρόκληση για όλους μας που δεν είμαστε στο 39%. Είναι μια πρόκληση που δείχνει μια διάβρωση που έχει υποστεί αυτός ο λαός και στο ήθος του και στις αρχές του και σ’ αυτό που λέει φιλότιμο.
-Σας τρομάζει φυσικά.
-Με τρομάζει πάρα πολύ και ήλπιζα σε πολύ καλύτερα αποτελέσματα από τις εκλογές και μάλιστα έλεγα, ναι να πετύχει η δεξιά. Εμείς είμαστε πάντα εδώ η αντιπολίτευση αλλά να ξέρουμε ποιον έχουμε απέναντί μας. Την ξέρουμε την δεξιά, ξέρουμε το πρόσωπό της, αλλά έχει κάποιες αρχές. Τίποτα δεν υπάρχει πια όρθιο σ’ αυτόν τον τόπο. Ή τίποτα δεν υπάρχει που να κάνει τους άλλους να ντρέπονται όταν υπερασπίζονται την κατάσταση που λέγεται Πασόκ.
-Το τελευταίο κείμενό σας που δημοσιεύτηκε στην “Πρώτη” είναι αυτό που μιλάτε για την Μαργαρίτα Παπανδρέου, ότι ψεύδεται;
-Όχι.
-Ποιο ήταν το τελευταίο;
-Το τελευταίο νομίζω ότι ήταν μία απάντηση στον κύριο Ζούβελο, που είχε γράψει ότι θα πάρει τα βουνά αν αποτύχει, αυτό το σχήμα διακυβέρνησης, που έχουμε τώρα. Κι εγώ έγραψα ένα κείμενο, πιάστηκα από αυτό: “ότι θα μείνουμε εδώ και θα δούμε όλο το έργο και αλοίμονο σε μας αν είναι απ’ τα ίδια που έχουμε ξαναδεί”. Αυτό περίπου έγραψα.
-Πως σας φαίνεται λοιπόν αυτό το έργο;
-Μου φαίνεται και παρακινδυνευμένο και ανησυχητικό, δεν ξέρω καθόλου. Δεν μπορεί κανείς να κάνει προφητικές προβλέψεις. Ξέρω μόνο ότι αποδεικνύεται σήμερα ότι, ό,τι περιβάλλει το Πασόκ έχει βαπτιστεί από το αδίστακτο του ίδιου του Παπανδρέου, διότι αυτός είναι ο αδίστακτος πραγματικά.
-Σας τρομάζει πάλι;
-Κοιτάχτε, είναι αδίστακτος γιατί δεν έχει ίχνος συμπόνιας για την Ελλάδα. Το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να κυβερνά και να επωφελείται ποικιλότροπα και να ικανοποιεί τις φιλοδοξίες του. Την Ελλάδα δεν την πονάει, δεν την λογαριάζει κανείς τους. Δεν είδα πουθενά να εμφανιστεί τέτοιο σύμπτωμα, ότι πονάει κανείς αυτόν τον τόπο, αυτό το λαό που τον αφήνει και ξεπέφτει και έχει φτάσει πια σε μια υπομόρφωση, σε μια ταπείνωση.
-Διαβάζω αποσπάσματα από το άρθρο σας για την Μαργαρίτα Παπανδρέου. “Η κυριά μισεί απροκάλυπτα τους Έλληνες. Ή μήπως ξεχνάει η κυρία πως ήρθαν στην Ελλάδα με το πρωθυπουργιλίκι στο πιάτο οπότε λάδωσε στην κυριολεξία το άντερό τους. Ζουν στην πολυτέλεια και στην χλιδή. Βλαχοαμερικάνα, φαντασμένη αμερικάνα. Ο Σενέκας έγραψε κάποτε, οι άγγλοι είναι τέτοια γουρούνια που δεν κάνουν ούτε για υπηρέτες σε ένα ελληνικό σπίτι. Τώρα τι να πεις σ’ αυτήν την αχαλίνωτο και αγράμματη φεμινίστρια που αρκεί η εκμετάλλευση του συνθήματος από μέρους της για να καταργήσουμε στην Ελλάδα για πάντα τον ηλίθιο όρο φεμινισμός”… Είστε πολύ σκληρή. Σας ενόχλησαν ποτέ;
-Κοιτάχτε, είναι από ’κει που βγαίνει η φήμη μου ότι είμαι σκληρή. Σε τόπους σαν τους δικούς μου που είναι καμουφλαρισμένες αποικίες θα πρέπει να τολμούμε να λέμε τα πράγματα με τα δικά τους λόγια. Να δείχνουμε το πραγματικό πρόσωπο της πραγματικότητας που μας περιβάλλει. Η κυρία Παπανδρέου που υπέστη στο κάτω κάτω όλες αυτές τις ταπεινώσεις τις δημόσιες, και έβγαινε με τα δάκρυα στα μάτια για να τη λυπηθεί ο κόσμος. Εμείς δεν νιώθουμε ταπεινωμένες γιατί εμείς έχουμε δυνάμεις απέναντι στους άντρες. Καταρχήν είμαστε ερωτικές γυναίκες κι αυτό παίζει τεράστιο ρόλο. Έχω παρακολουθήσει σε όλα τα αμερικάνικά φιλμ και έχω δει ότι καμία γυναίκα δεν με έπεισε ποτέ, από αυτές που παίζουν ερωτικούς ρόλους, ότι ξέρει τι θα πει έρωτας. Εμείς κατά κάποιο τρόπο, έχουμε και τους άντρες λίγο στο τσεπάκι μας. Διότι καταφέρνουμε και τους προκαλούμε την αδυναμία του πάθους μας. Αλλά εκτός από αυτό, είναι αστείο να ’ρθει να μας κάνει μάθημα φεμινισμού, σ’ εμάς που αγωνιστήκαμε τόσο σκληρά, που κερδίσαμε τόσα πολλά πράγματα σε τόσα λίγα χρόνια όπως από το ΄45 και πέρα η γυναίκα αγωνίστηκε στην Ελλάδα. Και με τόση αντίδραση των αντρών. Να ’ρθει να μας μάθει τι η κυρία Παπανδρέου; Η οποία πρόπερσι θέλησε να μας περάσει και στην αυτοδιαφήμισή της. Έχω μάλιστα ένα πολύ χαριτωμένο ανέκδοτο, δεν ξέρω αν το ξέρετε. Ήταν το ΄87, τέλειωνα τη “Συβαρίτισσα” και ήμουν πάρα πολύ κουρασμένη, ήμουν σχεδόν άρρωστη. Ήδη είχα αρχίσει να αρρωσταίνω. Και ένα μεσημέρι χτυπάει το τηλέφωνο και ακούω μια πολύ δροσερή φωνή, πολύ πολιτισμένη, “την κυρία Ζωγράφου παρακαλώ”, λέω εγώ “ναι”, λέει “την κυρία Ζωγράφου ζήτησα”, λέω “ναι”, “είστε η ίδια;”, “δεν έχω αντίτυπο” της λέω, “μια άλλη είμαι, εδώ είμαι”, λέει “σας παρακαλώ ήθελα να σας πω ότι η κυρία Μαργαρίτα Παπανδρέου θα είναι πάρα πολύ ευτυχής εάν έρθετε στο γεύμα που θα δώσει μετά δέκα μέρες την ερχόμενη Παρασκευή, που θα καλέσει κι άλλες διανοούμενες γυναίκες” και λέω “εμένα προσκαλείτε, τρελαθήκατε, δεν είμαστε καλά” και λέει “γιατί κυρία Ζωγράφου, η κυρία Μαργαρίτα Παπανδρέου σας θαυμάζει απεριόριστα, δεν ξέρετε πόσο σας θαυμάζει, έχει διαβάσει όλα σας τα βιβλία”. Εκείνη την στιγμή τσαντίστηκα γιατί η κυρία Μαργαρίτα δεν ξέρει να αρθρώσει μια ελληνική λέξη και δεν μπορεί να εκτιμήσει τα ελληνικά μου. Και της λέω “ακούστε, σας παρακαλώ πάρα πολύ, καταρχήν δεν είμαι διανοούμενη, δεύτερον δεν συχνάζω πουθενά σε τέτοια μέρη, και τρίτον μην με ξαναενοχλήσετε”.
-Παρακολουθείτε στην τηλεόραση τις συζητήσεις στην Βουλή, για τα κατά συρροήν σκάνδαλα που παρουσιάζονται;
-Ξέρετε, είμαι τόσο πολιτικοποιημένο πρόσωπο, υποφέρω τόσο πολύ για όσα γίνονται στην Ελλάδα, παρακολουθώ τόσο έντονα. Και βέβαια ναι, πάρα πολύ, όχι μόνο τώρα και πριν. Πάντα. Και όταν άκουγα κάποιους ψευτοσνόμπ να μου λένε, καλέ βλέπεις τηλεόραση; Τους έλεγα “κοιτάχτε, με ενδιαφέρει η Ελλάδα και θέλω να δω τι την ταϊζουνε”. Και παρακολουθώ πολύ τηλεόραση για να βλέπω τι τρώει αυτός ο πληθυσμός.

bravenet.com